Οι κυβερνήσεις επιστρέφουν στο... 2009: Έτοιμες για «ενέσεις» στην οικονομία

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019 15:50
UPD:16:35
shutterstock

Της Νατάσας Στασινού
nstas@naftemporiki.gr

Με το βλέμμα σε ένα δυσοίωνο μέλλον, οι κυβερνήσεις των μεγάλων οικονομιών του πλανήτη επιστρέφουν στο... 2009. Τότε, έχοντας βιώσει την παγκόσμια πιστωτική ασφυξία, που πυροδότησε η κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, και βλέποντας τις οικονομίες σε ύφεση, η μία μετά την άλλη οι κυβερνήσεις ξεδίπλωναν γενναιόδωρα «σχέδια τόνωσης» της οικονομίας. Το σκηνικό δεν αποκλείεται να επαναληφθεί σήμερα, καθώς η Γερμανία φαίνεται να αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί η ανάπτυξη να θυσιάζεται στο βωμό της υπερβολικής δημοσιονομικής πειθαρχίας και η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί «λίγη» τη δράση της Federal Reserve.

Ο Τραμπ ουσιαστικά επιμένει στο δρόμο της δημοσιονομικής επέκτασης που χάραξε από την πρώτη στιγμή, που ανέλαβε τα ηνία της ισχυρότερης οικονομίας του πλανήτη, με τις τεράστιες φοροελαφρύνσεις και την αύξηση των δαπανών. Βλέποντας ωστόσο το ΑΕΠ να κατεβάζει ταχύτητα, ετοιμάζει τώρα ένα πιο συγκροτημένο «πακέτο». Για τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, εφόσον οι πληροφορίες επιβεβαιωθούν, θα είναι πραγματικά μία στροφή 180 μοιρών σε σχέση με την έως τώρα πολιτική της. Και θα περίμενε κανείς η στροφή αυτή να έχει έρθει νωρίτερα, καθώς ήδη από το 2018 ήταν εμφανές ότι η γερμανική βιομηχανία έπεφτε θύμα των εμπορικών αντιπαραθέσεων και άλλων παραγόντων αβεβαιότητας, όπως το Brexit, και η οικονομία παγιδευόταν σε στασιμότητα.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αν και δεσμευόταν να ξανακάνει «ό,τι χρειαστεί», ξεκαθάριζε παράλληλα ότι η νομισματική πολιτική έχει όρια και πετούσε το μπαλάκι στις κυβερνήσεις, ζητώντας από άλλες χώρες μεταρρυθμίσεις και από όσους έχουν τα περιθώρια ελιγμών αλλαγή του δημοσιονομικού μίγματος. Σε αυτή τη δεύτερη ομάδα ήταν σαφές πως έδειχνε πρωτίστως τη Γερμανία, που ακολουθούσε σχεδόν εμμονικά το δόγμα των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.  Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δια στόματος της Κριστίν Λαγκάρντ είχε επίσης καλέσει επανειλημμένα το Βερολίνο να κάνει περισσότερα για τη στήριξη της ανάπτυξης. Ακόμη λοιπόν και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της πειθαρχίας δεν κατανοούσαν τη γερμανική στάση.

Τα στοιχεία που επιβεβαίωσαν ότι το δεύτερο τρίμηνο το γερμανικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε υπό το βάρος της πολύμηνης ύφεσης του μεταποιητικού κλάδου και της κάμψης των εξαγωγών ήταν όπως φαίνεται το μήνυμα αφύπνισης για τη γερμανική κυβέρνηση. Αμέσως είδαν το φως της δημοσιότητας πληροφορίες για αλλαγή ρότας, με το υπουργείο Οικονομικών να εγκαταλείπει, έστω για λίγο και έστω υπό τον «πράσινο» μανδύα των μέτρων κατά της κλιματικής αλλαγής, το στόχο του μηδενικού δημοσιονομικού ελλείμματος. Το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters μετέδωσε, επικαλούμενο κυβερνητικές πηγές, ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο αύξησης του δανεισμού της χώρας με την έκδοση των λεγόμενων «πράσινων» ομολόγων. Με τον τρόπο αυτό το Βερολίνο θα μπορούσε να προωθήσει ένα πακέτο μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, το οποίο θα λειτουργήσει ταυτόχρονα ως τονωτική ένεση για την οικονομία.

Λίγες  ημέρες αργότερα ο Όλαφ Σολτς επιβεβαίωσε ουσιαστικά ότι εξετάζεται η δημοσιονομική επέκταση, χωρίς να διευκρινίσει εάν αυτή θα έρθει μέσα από την πράσινη οικονομία. Θύμισε δε ότι «η προηγούμενη κρίση μας στοίχισε περί τα 50 δισ. ευρώ» και γέννησε έτσι προσδοκίες για ένα σχέδιο τόνωσης ανάλογου ύψους. Οι δηλώσεις του πυροδότησαν κύμα ευφορίας στις αγορές, ανεβάζοντας προσωρινά τις μετοχές και τις αποδόσεις των ομολόγων, που έως τότε βρίσκονταν σε ελεύθερη πτώση.

Ενδεχόμενη τέτοια απόφαση εκ μέρους της Γερμανίας θα μπορούσε να επιταχύνει και τη στροφή άλλων οικονομιών του ευρώ σε πιο επεκτακτική δημοσιονομική πολιτική. Το τέλος της λιτότητας ευνοούν οι συνθήκες στις αγορές ομολόγων, που έχουν σπρώξει το κόστος δανεισμού των χωρών του συνόλου των μελών της νομισματικής ένωσης (ακόμη και των πλέον «ατίθασων») στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών. Ακόμη και οικονομίες, που βρέθηκαν στη δίνη των μνημονίων, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, βλέπουν τις αποδόσεις των 10 ετών κρατικών ομολόγων τους μία ανάσα από το μηδέν.

Μέτρα τόνωσης θα χρειαστεί πιθανότατα και η Βρετανία, ειδικά εάν επιμείνει στο σχέδιο για έξοδο από την κοινότητα ακόμη και χωρίς συμφωνία. Την ίδια ώρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με το ΑΕΠ να έχει επιβραδυνθεί στο 2,1% το δεύτερο τρίμηνο από 3,1% το πρώτο και τους οικονομολόγους να προειδοποιούν πως η ύφεση θα έρθει το αργότερο έως τα τέλη του 2021, ο Τραμπ ετοιμάζεται να βγάλει και πάλι από τη φαρέτρα το όπλο των φοροελαφρύνσεων. Ο Αμερικανός πρόεδρος ήλπιζε ότι η οικονομία θα είναι το ισχυρό χαρτί του στις προεδρικές εκλογές του 2020, από τη στιγμή μάλιστα που η ανεργία στη χώρα έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο οι εντάσεις και η αβεβαιότητα που επικρατούν διεθνώς- απόρροια σε μεγάλο βαθμό της δική του εμπορικής πολιτικής και των γεωπολιτικών επιλογών- ρίχνουν βαριά τη σκιά τους και στο ΑΕΠ των ΗΠΑ.

 Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Washington Post αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου μελετούν διάφορα μέτρα για την τόνωση της αμερικανικής οικονομίας, όπως την προσωρινή μείωση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, προκειμένου να δοθεί ώθηση στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.

Παράλληλα οι New York Times αναφέρουν ότι τελικά ο Τραμπ ενδεχομένως να μην προχωρήσει τελικά στην επιβολή των νέων δασμών που έχει αναγγείλει για τις κινεζικές εισαγωγές, καθώς φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ο εμπορικός πόλεμος όσο και εάν πιέζει τους Κινέζους δεν παύει να στοιχίζει ακριβά και στην αμερικανική οικονομία. O Αμερικανός πρόεδρος πιέζει και την κεντρική τράπεζα για μείωση των επιτοκίων κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Αλλά  ο Τζερόμ Πάουελ δεν έχει ακόμη πειστεί για την ανάγκη αυτή.

Προτεινόμενα για εσάς

Σχολιασμένα