Η οικονομία του ελλείμματος Τραμπ

Σάββατο, 17 Αυγούστου 2019 10:42
REUTERS/LUCAS JACKSON
A- A A+

Από την έντυπη έκδοση

Tου Τζόζεφ Ε. Στίγκλιτς,
βραβευμένος με Νόμπελ στα οικονομικά, είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Columbia και επικεφαλής οικονομολόγος στο Ινστιτούτο Roosevelt. 

Στον νέο κόσμο που έχει δημιουργήσει ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, όπου το ένα σοκ ακολουθεί το άλλο, δεν υπάρχει ποτέ χρόνος να σκεφτούμε πλήρως τις συνέπειες των γεγονότων με τα οποία βομβαρδιζόμαστε. Στα τέλη Ιουλίου, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ απέρριψε την επιστροφή των επιτοκίων σε πιο κανονικά επίπεδα, έπειτα από μία δεκαετία εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων μετά τη μεγάλη ύφεση.

Ο Τζόζεφ  Ε. ​Στίγκλιτς

Στη συνέχεια, στις ΗΠΑ πραγματοποιήθηκαν άλλες δύο μαζικές δολοφονίες σε λιγότερο από 24 ώρες, φθάνοντας συνολικά τους θανάτους στους 255 - περισσότεροι από μία την ημέρα. Και ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα, για τον οποίο ο Τραμπ είχε αναρτήσει στο Twitter ότι θα είναι «καλός και εύκολος να τον κερδίσει», εισήλθε σε μία νέα, πιο επικίνδυνη φάση, ταρακουνώντας τις αγορές και θέτοντας την απειλή ενός νέου ψυχρού πολέμου.

Οι κινήσεις της Fed
Σε ένα επίπεδο, η κίνηση της Fed δεν είχε καμία σημασία: μια μείωση 25 μονάδων βάσης θα έχει ελάχιστες συνέπειες. Αν η μείωση των επιτοκίων από το 5,25% στο 0 είχε μικρή επίπτωση στην οικονομία το 2008-09, γιατί πρέπει να σκεφτούμε ότι η μείωση των επιτοκίων κατά 0,25% θα επιφέρει σημαντικό αποτέλεσμα; Οι μεγάλες εταιρείες εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια ποσά σε μετρητά σε χρηματιστήρια: δεν είναι η έλλειψη ρευστότητας που τους εμποδίζει να επενδύσουν.

Πριν από πολύ καιρό ο Τζον Μέιναρντ Κέινς αναγνώρισε ότι ενώ μία ξαφνική σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να επιβραδύνει την οικονομία, οι επιπτώσεις της χαλάρωσης της πολιτικής όταν η οικονομία είναι αδύναμη μπορεί να είναι ελάχιστες. Ακόμη και η χρήση νέων μέσων, όπως η ποσοτική χαλάρωση, μπορεί να έχει ελάχιστη επίδραση, όπως έμαθε η Ευρώπη. Πράγματι, τα αρνητικά επιτόκια που έχουν δοκιμαστεί από πολλές χώρες ενδέχεται να αποδυναμώσουν την οικονομία ως αποτέλεσμα των δυσμενών επιδράσεων στους ισολογισμούς των τραπεζών και συνεπώς στον δανεισμό.

Επιτόκια και ισοτιμίες
Τα χαμηλότερα επιτόκια οδηγούν σε χαμηλότερη συναλλαγματική ισοτιμία. Πράγματι, αυτό μπορεί να είναι το κύριο κανάλι μέσω του οποίου λειτουργεί η πολιτική της Fed σήμερα. Όμως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία «ανταγωνιστική υποτίμηση», κάτι για το οποίο η κυβέρνηση Τραμπ επικρίνει σθεναρά την Κίνα; Η πρακτική αυτή, προβλέψιμα, υιοθετήθηκε και από άλλες χώρες που μείωσαν τη συναλλαγματική ισοτιμία τους, υπονοώντας ότι οποιοδήποτε όφελος για την αμερικανική οικονομία μέσω της επίδρασης των συναλλαγματικών ισοτιμιών θα είναι βραχύβια. Το πιο ειρωνικό είναι το γεγονός ότι η πρόσφατη μείωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της Κίνας προήλθε εξαιτίας του νέου γύρου αμερικανικού προστατευτισμού και επειδή η Κίνα σταμάτησε να παρεμβαίνει στη συναλλαγματική ισοτιμία - δηλαδή σταμάτησε να την υποστηρίζει.

Τα στοιχεία στις ΗΠΑ
Από την άλλη η κίνηση της Fed ξεσήκωσε αντιδράσεις. Η οικονομία των ΗΠΑ υποτίθεται ότι είναι «μεγάλη». Το ποσοστό ανεργίας στο 3,7% και η ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά 3,1% για το α’ τρίμηνο θα έπρεπε να αποτελεί το πρότυπο για τις ανεπτυγμένες χώρες. Όμως, κοιτώντας λίγο κάτω από την επιφάνεια, τα πράγματα δείχνουν διαφορετικά. Η ανάπτυξη του β’ τριμήνου έπεσε στο 2,1%. Οι μέσες ώρες εργασίας στον τομέα της μεταποίησης τον Ιούλιο υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2011. Οι πραγματικοί μισθοί είναι μόνο λίγο πάνω από το επίπεδό τους πριν από μία δεκαετία, πριν από τη μεγάλη ύφεση. Οι πραγματικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι πολύ χαμηλότερες από τα επίπεδα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, παρά τη μείωση του φόρου που φέρεται ότι αποσκοπούσε στην τόνωση των επιχειρηματικών δαπανών, τα οφέλη της οποίας χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για τη χρηματοδότηση της επαναγοράς ιδίων μετοχών.

Οι ΗΠΑ θα έπρεπε να έχουν εκτοξευθεί, από τα 3 τεράστια μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης τα τελευταία τρία χρόνια. Η περικοπή φόρου του 2017, η οποία ωφέλησε κυρίως τους δισεκατομμυριούχους και τις εταιρείες, πρόσθεσε περί το 1,5-2 τρισ. δολάρια στο 10ετές έλλειμμα. Μία σχεδόν αύξηση ύψους 300 δισ. δολαρίων στις δαπάνες κατά τη διάρκεια δύο ετών απέτρεψε το κλείσιμο της κυβέρνησης το 2018. Και στα τέλη Ιουλίου, μια νέα συμφωνία για την αποφυγή άλλης μίας αναστολής της λειτουργίας της κυβέρνησης πρόσθεσε άλλα 320 δισ. δολάρια δαπανών. Εάν χρειασθούν ετήσια ελλείμματα τρισεκατομμυρίων δολαρίων για να διατηρηθεί η αμερικανική οικονομία σε καλή κατάσταση, τι θα γίνει όταν τα πράγματα δεν θα είναι τόσο ρόδινα;

Το φορολογικό νομοσχέδιο
Η αμερικανική οικονομία δεν δούλευε για τους περισσότερους Αμερικανούς που τα εισοδήματά τους παραμένουν στάσιμα -ή έγιναν χειρότερα- για δεκαετίες. Αυτές οι δυσμενείς τάσεις αντικατοπτρίζονται στη μείωση του προσδόκιμου ζωής. Το νομοσχέδιο Τραμπ για το φορολογικό νομοσχέδιο κατέστησε τα πράγματα χειρότερα επιδεινώνοντας το πρόβλημα των υποβαθμισμένων υποδομών, έπληξε την ικανότητα των πιο προοδευτικών πολιτειών να στηρίξουν την εκπαίδευση, στοίχισε εκατομμύρια δολάρια στους ασφαλισμένους, ενώ όταν εφαρμοσθεί πλήρως θα οδηγήσει σε αύξηση του φόρου στα μεσαία εισοδήματα.

Η ανακατανομή πλούτου από το κατώτατο σημείο στην κορυφή -η σφραγίδα όχι μόνο της προεδρίας του Τραμπ, αλλά και των προηγούμενων ρεπουμπλικανικών κυβερνήσεων- μειώνει τη συνολική ζήτηση, επειδή αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή δαπανούν ένα μικρότερο μέρος του εισοδήματός τους από αυτούς στη βάση. Αυτό αποδυναμώνει την οικονομία κατά τρόπο που δεν μπορεί να αντισταθμιστεί ακόμη και από ένα τεράστιο χάρισμα σε εταιρείες και δισεκατομμυριούχους. Και τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα του Τραμπ οδήγησαν σε τεράστια εμπορικά ελλείμματα, πολύ μεγαλύτερα από ό,τι την εποχή Ομπάμα, καθώς οι ΗΠΑ πρέπει να εισάγουν κεφάλαια για τη χρηματοδότηση του χάσματος μεταξύ των εγχώριων αποταμιεύσεων και επενδύσεων.

Ο Τραμπ υποσχέθηκε να μειώσει το εμπορικό έλλειμμα, όμως η βαθιά έλλειψη κατανόησης των οικονομικών οδήγησε σε αύξησή του, όπως άλλωστε οι περισσότεροι οικονομολόγοι προέβλεπαν. Παρά την κακή οικονομική διαχείριση του Τραμπ και την προσπάθειά του να μιλήσει για το δολάριο και τη μείωση των επιτοκίων από τη Fed, οι πολιτικές του είχαν ως αποτέλεσμα το δολάριο να παραμείνει ισχυρό, αποθαρρύνοντας έτσι τις εξαγωγές και ενθαρρύνοντας τις εισαγωγές. Οι οικονομολόγοι προσπάθησαν επανειλημμένα να του εξηγήσουν ότι οι εμπορικές συμφωνίες μπορεί να επηρεάσουν τις χώρες στις οποίες οι ΗΠΑ αγοράζουν και πωλούν, αλλά όχι το μέγεθος του συνολικού ελλείμματος.

Σε αυτό, όπως και σε τόσους άλλους τομείς, από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες μέχρι τον έλεγχο των όπλων, ο Τραμπ πιστεύει αυτό που θέλει να πιστέψει, αφήνοντας εκείνους που τουλάχιστον μπορούν πληρώσουν το τίμημα. 

Copyright: Project Syndicate, 2019.
www.project-syndicate.org    

Προτεινόμενα για εσάς

Δημοφιλή