Η κλιματική αλλαγή ως πηγή χρηματοοικονομικών κινδύνων

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2020 17:38
UPD:17:41
REUTERS/PASCAL ROSSIGNOL
A- A A+

Από την έντυπη έκδοση

Του Σπυρίδωνα Μπισισίδη*​

Τα τελευταία χρόνια η κλιματική αλλαγή και οι συνέπειές της στα οικοσυστήματα, στις κοινωνίες και στην οικονομία έχουν γίνει πιο εμφανείς. Τα σημερινά πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης της οικονομικής κοινωνίας, στην οποία ζούμε, προκαλούν εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε επίπεδα που κατά τους επιστήμονες υπερβαίνουν τις δυνατότητες απορρόφησης και ανακύκλωσης του οικοσυστήματός μας με άμεση συνέπεια τη συνεχή αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Στο πλαίσιο μιας τόσο μεγάλης πρόκλησης για την ίδια την ανθρωπότητα, οι οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ήσσονος σημασίας. Παρ’ όλα αυτά, οι οικονομικές επιπτώσεις είναι κάθε άλλο παρά αμελητέες και μπορεί δυνητικά να επηρεάσουν σημαντικά την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής κοινωνίας στην οποία ζούμε τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εγχώριο επίπεδο.

Πρωτοβουλίες κεντρικών τραπεζών

Χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και ασφαλιστικές εταιρείες βρίσκονται στο επίκεντρο της έκθεσης σε κινδύνους που πηγάζουν από την κλιματική αλλαγή και ως εκ τούτου κεντρικές τράπεζες και λοιποί εποπτικοί φορείς έχουν αρχίσει να αναλαμβάνουν σημαντικές πρωτοβουλίες για τον μετριασμό τους. Σε αδρές γραμμές, οι χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι που πηγάζουν από την κλιματική αλλαγή μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε δύο ευρείες κατηγορίες: τους φυσικούς κινδύνους (physical risks) και τους κινδύνους μετάβασης (transition risks).

Φυσικοί κίνδυνοι και μετάβασης

Φυσικοί κίνδυνοι (physical risks) είναι οι κίνδυνοι που προκύπτουν ως απόρροια των ακραίων καιρικών φαινομένων που εκδηλώνονται από την κλιματική αλλαγή. Η συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνει ad hoc συμβάντα, όπως πλημμύρες και πυρκαγιές, αλλά και χρόνια συμβάντα όπως η άνοδος της στάθμης της θάλασσας. Η αύξηση ακραίων καιρικών φαινομένων δυνητικά μπορεί να καταστήσει παράκτιες περιοχές ως μη κατοικήσιμες και να αποβεί καταστροφική για τον τουρισμό, τις μεταφορές, τη γεωργική παραγωγή και τις υφιστάμενες υποδομές, εν γένει. Ως κίνδυνοι μετάβασης (transition risks) ορίζονται οι κίνδυνοι που απορρέουν από τον μετριασμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και τη μετάβαση στην πράσινη οικονομία, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος που τέθηκε στο Παρίσι το 2015 για περιορισμό της ανόδου της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς κελσίου από τα επίπεδα που επικρατούσαν προ βιομηχανικής εποχής. Για να τονωθεί ο ρυθμός μετάβασης στην πράσινη οικονομία οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναλάβουν δράσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά συγκεκριμένους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και επιχειρήσεις. Ένα παράδειγμα κινδύνου μετάβασης αποτελεί η εισαγωγή ενός φόρου με βάση τις εκπομπές ρύπων, ο οποίος αναμένεται αναπόφευκτα να επηρεάσει την κερδοφορία κλάδων και επιχειρήσεων των οποίων οι δραστηριότητες χαρακτηρίζονται από υψηλές εκπομπές ρύπων, όπως για παράδειγμα ο κλάδοι της ενέργειας, των μεταφορών κ.λπ.

Επιπρόσθετα, η μετάβαση στην πράσινη οικονομία ενδέχεται να καταστήσει περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας ως λανθάνοντα (stranded assets), ήτοι με βάση τον ορισμό του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας ως «επενδύσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, αλλά οι οποίες σε κάποιο χρονικό διάστημα πριν από το τέλος της ωφέλιμης οικονομικά ζωής τους δεν θα είναι σε θέση να παράξουν οικονομικές αποδόσεις».

Οι φυσικοί κίνδυνοι και οι κίνδυνοι μετάβασης αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, καθώς για παράδειγμα πιθανές καθυστερήσεις στη λήψη μέτρων για τον μετριασμό των εκπομπών ρύπων ενδέχεται να επιδεινώσουν την έκθεση σε φυσικούς κινδύνους που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή. Η αύξηση φυσικών καταστροφών ενδέχεται να επιταχύνει τη λήψη μέτρων για τη μετάβαση στην πράσινη οικονομία.

Δύσκολη η διαχείριση

Οι παραπάνω κίνδυνοι παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες ως προς την τυπολογία τους, γεγονός που καθιστά πιο δύσκολη τη διαχείρισή τους. Συγκεκριμένα, χαρακτηρίζονται από μη γραμμικές συσχετίσεις τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλους παράγοντες, σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας ως προς την πραγματοποίηση και την έκτασή τους, καθώς επίσης και από εγγενείς ελλείψεις ιστορικών δεδομένων και επαρκούς αριθμού παρατηρήσεων συμβάντων που συνδέονται με αυτούς. Κατά συνέπεια, οι μέθοδοι επιμέτρησης και διαχείρισης απαιτούν την ενσωμάτωση εναλλακτικών σεναρίων και τη χρήση πληροφοριών που αφορούν το μέλλον (forward looking information).

Άμεση και έμμεση έκθεση

Οι δυνητικές συνέπειες της άμεσης ή έμμεσης έκθεσης στους παραπάνω κινδύνους ποικίλλουν. Ενδεικτικά περιλαμβάνουν ενδεχόμενη επιδείνωση της ικανότητας των πιστούχων να αποπληρώσουν τα χρέη τους με συνέπεια την αύξηση της πιθανότητας μετάβασης δανείων σε μη εξυπηρετούμενη κατάσταση. Επιπλέον, μπορεί να προκληθεί αύξηση πιστωτικών ζημιών ένεκα της απομείωσης της αξίας των εμπράγματων εξασφαλίσεων που αφορούν περιουσιακά στοιχεία που ενδέχεται είτε να καταστούν λανθάνοντα (stranded assets) είτε να απολέσουν μέρος της αξίας τους ως απόρροια καταστροφής από ακραία καιρικά φαινόμενα. Για τις ασφαλιστικές εταιρείες η εκδήλωση ακραίων καιρικών φαινομένων ενδέχεται να αυξήσει το ποσό των αποζημιώσεων για την κάλυψη των ζημιών που προκλήθηκαν.

Η αποτελεσματική διαχείριση των παραπάνω κινδύνων ενδεχομένως να απαιτήσει αλλαγές στα υφιστάμενα επιχειρηματικά μοντέλα, στο πλαίσιο διάθεσης ανάληψης κινδύνων (risk appetite framework), στην πιστωτική στρατηγική (credit strategy), συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης των δανειακών χαρτοφυλακίων (loan portfolio composition) και στον βαθμό έκθεσης σε ορισμένους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, στις πρακτικές χορήγησης και παρακολούθησης δανείων (credit underwriting and monitoring practices) και σύναψης συμβάσεων ασφαλίσεων, καθώς και στα υποδείγματα επιμέτρησης πιστωτικού και ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά και στον τρόπο διενέργειας των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress testing exercises).

Άσκηση προσομοίωσης

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2018 η Τράπεζα της Ολλανδίας διενήργησε άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress testing exercise), ενσωματώνοντας σενάρια μετάβασης στην πράσινη οικονομία και shocks. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω σενάρια και shocks αφορούσαν κυρίως την εισαγωγή φόρων βάσει εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και σε τεχνολογικές εξελίξεις που καθιστούν παρωχημένες τις μεθόδους που αφορούν την εξόρυξη και εκμετάλλευση ορυκτών καυσίμων.

Με βάση τα αποτελέσματα της εν λόγω άσκησης, η αύξηση των ζημιών λόγω της μετάβασης στην πράσινη οικονομία εκτιμήθηκε ότι μπορεί να φτάσει μέχρι το 11% για τις ασφαλιστικές εταιρείες και το 3% για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η άνοδος αυτή μεταφράζεται σε επιβάρυνση στον βασικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας (CET 1) για τις ολλανδικές τράπεζες περίπου στις 400 μονάδες βάσης.

Αν και η κλιματική αλλαγή αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο, η επίπτωσή της στην εγχώρια οικονομία δεν μπορεί να παραβλεφθεί δεδομένου του βαθμού εξάρτησής της από κλάδους όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές και η ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί πως η μετάβαση στην πράσινη οικονομία σηματοδοτεί και σημαντικές ευκαιρίες για τις ελληνικές επιχειρήσεις, τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες, κάτι που καθιστά σημαντική την ύπαρξη ευελιξίας προκειμένου να καταφέρει κάποιος να επωφεληθεί από τις αλλαγές που επίκεινται στο εξωτερικό περιβάλλον. Προτού ο ιστορικός ή ο αναλυτής του μέλλοντος βρεθεί στη θέση να μπορεί να εκτιμήσει με περισσότερη ακρίβεια τις πραγματικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στο οικοσύστημα και την οικονομία, κεντρικές τράπεζες, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ασφαλιστικές εταιρείες καλούνται να εντάξουν και να διατηρήσουν σε καίρια θέση στην ατζέντα τους την κλιματική αλλαγή ως πηγή χρηματοοικονομικών κινδύνων και γενικότερης οικονομικής αστάθειας προκειμένου να είναι σε θέση να διαχειριστούν τους κινδύνους που απορρέουν από αυτή.

Για να καταστεί κάτι διαχειρίσιμο θα πρέπει πρώτα να έχει κατανοηθεί εις βάθος και να επιμετρηθεί, τουλάχιστον στον βαθμό που τα υφιστάμενα εργαλεία και μεθοδολογίες το επιτρέπουν. Με βάση αυτή την αρχή, η προσαρμογή των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων καθίσταται επιτακτική προκειμένου οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και οι ασφαλιστικές εταιρείες να είναι σε θέση να μετριάσουν τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή και να διατηρήσουν τον βαθμό ετοιμότητας και ευελιξίας που απαιτείται προκειμένου να αναπροσαρμόσουν σταδιακά τα επιχειρηματικά τους μοντέλα με σκοπό την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς τους σε μεσομακροπρόθεσμο διάστημα.

 

* Ο Σπυρίδων Μπισισίδης είναι Principal στο τμήμα Διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Κινδύνων (Financial Risk Management) της Deloitte και διαθέτει εκτενή εμπειρία στον τραπεζικό κλάδο. Είναι μέλος της ομάδας εργασίας της Deloitte σε επίπεδο Βορείου και Νοτίου Ευρώπης για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Προτεινόμενα για εσάς

Δημοφιλή